Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to affirm
01
επιβεβαιώνω, επικυρώνω
to confirm a legal decision or judgment
Transitive: to affirm a statement or belief
Παραδείγματα
The court affirmed the previous ruling.
Το δικαστήριο επιβεβαίωσε την προηγούμενη απόφαση.
02
επιβεβαιώνω, βεβαιώνω
to declare or confirm the truth, validity, or acceptance of a judgment, agreement, or statement
Transitive: to affirm a judgment or statement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
affirm
γ΄ ενικό πρόσωπο
affirms
ενεστώτα μετοχή
affirming
απλός αόριστος
affirmed
παθητική μετοχή
affirmed
Παραδείγματα
The committee unanimously affirmed the appointment of the new CEO, recognizing her qualifications and experience.
Η επιτροπή επιβεβαίωσε ομόφωνα τον διορισμό της νέας διευθύντριας, αναγνωρίζοντας τα προσόντα και την εμπειρία της.
03
επιβεβαιώνω, βεβαιώνω
to answer positively or to confirm a statement or belief
Transitive: to affirm that
Παραδείγματα
The survey results affirmed that the majority of participants preferred option A.
Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαίωσαν ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων προτίμησε την επιλογή Α.
Λεξικό Δέντρο
affirmable
affirmative
affirmative
affirm



























