Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to affiance
01
αρραβωνιάζω, δίνω σε γάμο
give to in marriage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
affiance
γ΄ ενικό πρόσωπο
affiances
ενεστώτα μετοχή
affiancing
απλός αόριστος
affianced
παθητική μετοχή
affianced



























