chick
chick
ʧɪk
chik
checkclickchuckchink

Ορισμός και σημασία του "chick"στα αγγλικά

01

νοσσός, πουλάκι

a newly-hatched bird, especially a domestic bird 
chick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chicks
02

κοπέλα, κότα

a young woman 
αργκό
Παραδείγματα
At the concert, he couldn't help but notice the chick in the front row dancing energetically. 

Στη συναυλία, δεν μπόρεσε να μην προσέξει την κοπέλα στην πρώτη σειρά που χόρευε ενεργητικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store