chewing gum
chewing
ʧu:ɪng
chooing
gum
gʌm
gam

Ορισμός και σημασία του "chewing gum"στα αγγλικά

01

μαστίχα

a substance for chewing with different tastes such as strawberry, mint, etc. 
chewing gum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He popped a piece of chewing gum into his mouth to freshen his breath. 

Έβαλε ένα κομμάτι τσίχλα στο στόμα του για να δροσίσει την αναπνοή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store