Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chew
01
μασάω, αλέθω
to bite and crush food into smaller pieces with the teeth to make it easier to swallow
Transitive: to chew food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chew
γ΄ ενικό πρόσωπο
chews
ενεστώτα μετοχή
chewing
απλός αόριστος
chewed
παθητική μετοχή
chewed
Παραδείγματα
She has already chewed the pencil out of nervousness.
Έχει ήδη μασήσει το μολύβι λόγω νευρικότητας.
Chew
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chews
02
μασώμενο, κομμάτι
a wad of something chewable as tobacco
Λεξικό Δέντρο
chewer
chewing
chew



























