Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chesty
01
αλαζονικός, υπεροπτικός
having or showing feelings of unwarranted importance out of overbearing pride
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chestiest
συγκριτικός βαθμός
chestier
διαβαθμίσιμο
02
στηθώδης, ευρύστερνος
marked by a large or well-developed chest
03
με βλέννα, παραγωγικός
(of a cough) producing or accompanied by mucus or phlegm in the chest
Παραδείγματα
After the flu, she developed a lingering chesty cough that lasted for weeks.
Μετά τη γρίπη, ανέπτυξε έναν επίμονο βρογχικό βήχα που διήρκεσε για εβδομάδες.
Λεξικό Δέντρο
chesty
chest



























