Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chestnut
01
κάστανο, φουντούκι κάστανου
a round, reddish-brown nut that grows on a chestnut tree, often can be eaten
Παραδείγματα
They boiled chestnuts and added them to stuffing for their Thanksgiving turkey.
Έβρασαν κάστανα και τα πρόσθεσαν στη γέμιση για τη γαλοπούλα των Ευχαριστιών τους.
1.1
καστανιά, ξύλο καστανιάς
wood from any of several chestnut trees
Παραδείγματα
The cabinet was made from dark chestnut wood.
Το ντουλάπι ήταν κατασκευασμένο από σκούρο ξύλο καστανιάς.
02
καστανέρυθρο, καστανό
a warm, medium to dark brown color resembling the nut of the chestnut tree
Παραδείγματα
The painter mixed reds and browns to get chestnut.
Ο ζωγράφος ανέμειξε κόκκινα και καφέ για να πάρει καστανό.
2.1
καστανός ίππος, κοκκινωπός ίππος
a horse with a reddish-brown coat
Παραδείγματα
Competitors entered their chestnut in the race.
Οι ανταγωνιστές κατέγραψαν το καστανό άλογό τους στο αγώνα.
03
καστανιά, αγριοκαστανιά
any of several deciduous trees with attractive yellow-brown foliage in autumn
Παραδείγματα
Children collected fallen leaves from the chestnuts.
Τα παιδιά μάζεψαν τα πεσμένα φύλλα από τις καστανιές.
04
κάστανο, κερατώδης απόφυση
a small, hard, horny growth on the inner surface of a horse's leg
Παραδείγματα
The farrier checked the chestnuts before shoeing.
Ο πεταλωτής έλεγξε τα κάστανα πριν από το πέταλωμα.
chestnut
Λεξικό Δέντρο
chestnut
chest
nut



























