Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cherish
01
λατρεύω, εκτιμώ βαθιά
to hold dear and deeply appreciate something or someone
Transitive: to cherish sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
cherish
γ΄ ενικό πρόσωπο
cherishes
ενεστώτα μετοχή
cherishing
απλός αόριστος
cherished
παθητική μετοχή
cherished
Παραδείγματα
The grandparents cherished the old photo albums, reminiscing about the joyous occasions captured in each picture.
Οι παππούδες πολύτιμον τα παλιά άλμπουμ φωτογραφιών, θυμόμενες τις χαρούμενες στιγμές που κατέγραψαν σε κάθε εικόνα.
Λεξικό Δέντρο
cherished
cherish



























