chela
che
ˈki:
κι
la
λα
chewa
chelae

Ορισμός και σημασία του "chela"στα αγγλικά

01

δαγκάνα, σιδεροχάρακο

a grasping structure on the limb of a crustacean or other arthropods 
chela definition and meaning
02

ένας Ινδουιστής μαθητής ενός σβάμι, ένα τσέλα

a Hindu disciple of a swami 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chelas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cheliferous
chela
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store