aesthete
aes
ˈi:s
is
thete
θi:t
thit
esthete

Ορισμός και σημασία του "aesthete"στα αγγλικά

01

αισθητικός, λατρής της τέχνης

a person with highly refined artistic tastes who appreciates and actively seeks out experiences of beauty 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aesthetes
Παραδείγματα
As an aesthete, John spent his mornings admiring the paintings in the gallery. 

Ως αισθητικός, ο John περνούσε τα πρωινά του θαυμάζοντας τους πίνακες στην γκαλερί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store