Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aesthete
01
αισθητικός, λατρής της τέχνης
a person with highly refined artistic tastes who appreciates and actively seeks out experiences of beauty
Παραδείγματα
The character was portrayed as a decadent aesthete, more concerned with beauty than morality.
Ο χαρακτήρας απεικονίστηκε ως ένας παρακμιακός αισθητικός, πιο απασχολημένος με την ομορφιά παρά με την ηθική.
Λεξικό Δέντρο
aesthetic
aesthetic
aesthetics
aesthete



























