aesthete
aes
ˈɛs
εσ
thete
θit
θιτ
/ˈiːsθiːt/
esthete

Ορισμός και σημασία του "aesthete"στα αγγλικά

01

αισθητικός, λατρής της τέχνης

a person with highly refined artistic tastes who appreciates and actively seeks out experiences of beauty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aesthetes
Παραδείγματα
The character was portrayed as a decadent aesthete, more concerned with beauty than morality.
Ο χαρακτήρας απεικονίστηκε ως ένας παρακμιακός αισθητικός, πιο απασχολημένος με την ομορφιά παρά με την ηθική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store