to cheerlead
Pronunciation
/tʃˈɪɹliːd/

Ορισμός και σημασία του "cheerlead"στα αγγλικά

to cheerlead
01

ενεργώ ως χορευτής υποστήριξης, είμαι χορευτής υποστήριξης

act as a cheerleader in a sports event
to cheerlead definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cheerlead
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheerleads
ενεστώτα μετοχή
cheerleading
απλός αόριστος
cheerled
παθητική μετοχή
cheerled

Λεξικό Δέντρο

cheerleading
cheerleading
cheerlead

cheer

+

lead

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store