Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cheerlead
01
ενεργώ ως χορευτής υποστήριξης, είμαι χορευτής υποστήριξης
act as a cheerleader in a sports event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cheerlead
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheerleads
ενεστώτα μετοχή
cheerleading
απλός αόριστος
cheerled
παθητική μετοχή
cheerled
Λεξικό Δέντρο
cheerleading
cheerleading
cheerlead
cheer
lead



























