Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cheer up
[phrase form: cheer]
01
χαρώ, ανεβάζω τη διάθεση
to feel happy and satisfied
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
cheer
ενεστώτας
cheer up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheers up
ενεστώτα μετοχή
cheering up
απλός αόριστος
cheered up
παθητική μετοχή
cheered up
Παραδείγματα
Just spending time with friends can make you cheer up unexpectedly.
Απλώς το να περνάς χρόνο με φίλους μπορεί να σε κεράσει απροσδόκητα.
02
εμψυχώνω, χαροποιώ
to make someone feel happier
Παραδείγματα
Can you cheer your mom up by making her favorite meal?
Μπορείς να χαροποιήσεις τη μητέρα σου κάνοντας το αγαπημένο της γεύμα;



























