Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cheer up
01
χαρώ, ανεβάζω τη διάθεση
to feel happy and satisfied
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
cheer
ενεστώτας
cheer up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheers up
ενεστώτα μετοχή
cheering up
απλός αόριστος
cheered up
παθητική μετοχή
cheered up
Παραδείγματα
I've been feeling down, but I noticed I tend to cheer up when the sun is shining.
Ένιωθα κάτω, αλλά παρατήρησα ότι τείνω να χαροποιούμαι όταν λάμπει ο ήλιος.
02
εμψυχώνω, χαροποιώ
to make someone feel happier
Παραδείγματα
She cheered up her friend by sending a heartfelt message.
Χάρηκε τη φίλη της στέλνοντας ένα ειλικρινές μήνυμα.



























