cheek
cheek
ʧi:k
τσηκ
/tʃiːk/

Ορισμός και σημασία του "cheek"στα αγγλικά

01

μάγουλο

any of the two soft sides of our face that are bellow our eyes
cheek definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cheeks
Παραδείγματα
She turned her face to the side to avoid getting kissed on the cheek.
Γύρισε το πρόσωπό της στο πλάι για να αποφύγει να φιληθεί στο μάγουλο.
02

θράσος, αδιαντροπιά

impudent aggressiveness
03

γλουτός, πισινός

either of the two large fleshy masses of muscular tissue that form the human rump
04

θράσος, αδιαντροπιά

an impudent statement
to cheek
01

μιλώ αναιδώς, απαντώ θρασέα

speak impudently to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cheek
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheeks
ενεστώτα μετοχή
cheeking
απλός αόριστος
cheeked
παθητική μετοχή
cheeked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store