Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cheek
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cheeks
Παραδείγματα
He felt a tickling sensation as a butterfly landed on his cheek.
Ένιωσε μια γαργαλητή αίσθηση όταν μια πεταλούδα προσγειώθηκε στο μάγουλο του.
02
θράσος, αδιαντροπιά
impudent aggressiveness
03
γλουτός, πισινός
either of the two large fleshy masses of muscular tissue that form the human rump
04
θράσος, αδιαντροπιά
an impudent statement
to cheek
01
μιλώ αναιδώς, απαντώ θρασέα
speak impudently to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cheek
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheeks
ενεστώτα μετοχή
cheeking
απλός αόριστος
cheeked
παθητική μετοχή
cheeked
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cheeky
cheek



























