checkpoint
Pronunciation
/ˈtʃɛkˌpɔɪnt/

Ορισμός και σημασία του "checkpoint"στα αγγλικά

01

σημείο ελέγχου, μπλόκο

a designated place where vehicles are stopped for inspection or control, often by law enforcement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
checkpoints
Παραδείγματα
The security checkpoint was busy during the holiday season.
Το σημείο ελέγχου ήταν πολυσύχναστο κατά τη διάρκεια των διακοπών.

Λεξικό Δέντρο

checkpoint

check

+

point

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store