checkpoint
check
ˈʧɛk
chek
point
pɔɪnt
poynt

Ορισμός και σημασία του "checkpoint"στα αγγλικά

01

σημείο ελέγχου, μπλόκο

a designated place where vehicles are stopped for inspection or control, often by law enforcement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
checkpoints
Παραδείγματα
The police set up a checkpoint to check for drunk drivers. 

Η αστυνομία έστησε ένα σημείο ελέγχου για να ελέγξει μεθυσμένους οδηγούς.

Λεξικό Δέντρο

checkpoint

check

+

point

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store