checklist
check
ʧɛk
chek
list
lɪst
list

Ορισμός και σημασία του "checklist"στα αγγλικά

01

λίστα ελέγχου, checklist

a list of things to be done or checked 
checklist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
checklists

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

checklist

check

+

list

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store