Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
checked
01
ελεγμένος, καρό
having a pattern of small squares with usually two different colors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most checked
συγκριτικός βαθμός
more checked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The little boy's checked backpack matched his school uniform perfectly, making him look ready for the day ahead.
Ο καρό σάκος του μικρού αγοριού ταίριαζε απόλυτα με τη σχολική του στολή, κάνοντάς τον να φαίνεται έτοιμος για την ημέρα που επρόκειτο να ακολουθήσει.
Λεξικό Δέντρο
unchecked
checked
check



























