checked
Pronunciation
/ʧɛkt/

Ορισμός και σημασία του "checked"στα αγγλικά

01

ελεγμένος, καρό

having a pattern of small squares with usually two different colors
checked definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most checked
συγκριτικός βαθμός
more checked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The little boy's checked backpack matched his school uniform perfectly, making him look ready for the day ahead.
Ο καρό σάκος του μικρού αγοριού ταίριαζε απόλυτα με τη σχολική του στολή, κάνοντάς τον να φαίνεται έτοιμος για την ημέρα που επρόκειτο να ακολουθήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store