Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to check off
01
σημειώνω, επιβεβαιώνω
to put a check mark on or near an item to show it is done or verified
Dialect
American
Transitive: to check off an item
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check off
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks off
ενεστώτα μετοχή
checking off
απλός αόριστος
checked off
παθητική μετοχή
checked off
Παραδείγματα
I checked off the groceries on the shopping list.
Επισημάνα τα είδη παντοπωλείου στη λίστα αγορών.



























