to check off
Pronunciation
/tʃˈɛk ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "check off"στα αγγλικά

to check off
01

σημειώνω, επιβεβαιώνω

to put a check mark on or near an item to show it is done or verified
Dialectamerican flagAmerican
tick offbritish flagBritish
Transitive: to check off an item
to check off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check off
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks off
ενεστώτα μετοχή
checking off
απλός αόριστος
checked off
παθητική μετοχή
checked off
Παραδείγματα
I checked off the groceries on the shopping list.
Επισημάνα τα είδη παντοπωλείου στη λίστα αγορών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store