Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cheat on
01
απατώ
to have a secret romantic or sexual relationship with someone other than one's own partner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
cheat
ενεστώτας
cheat on
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheats on
ενεστώτα μετοχή
cheating on
απλός αόριστος
cheated on
παθητική μετοχή
cheated on
Παραδείγματα
She discovered that her partner had cheated on her with a co-worker.
Ανακάλυψε ότι ο σύντροφός της την είχε απατήσει με έναν συνάδελφο.



























