Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chatter
01
φλυαρώ, κουβεντιάζω ασταμάτητα
to talk quickly and a lot about unimportant and idiotic things
Intransitive: to chatter | to chatter about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chatter
γ΄ ενικό πρόσωπο
chatters
ενεστώτα μετοχή
chattering
απλός αόριστος
chattered
παθητική μετοχή
chattered
Παραδείγματα
The students chattered happily in the hallway after the announcement of a surprise field trip.
Οι μαθητές κουβέντιαζαν χαρούμενοι στο διάδρομο μετά την ανακοίνωση μιας έκπληκτης εκδρομής.
02
δονώ, κροτώ
to vibrate rapidly in a cutting motion
Intransitive
Παραδείγματα
The chainsaw blade chattered against the wood, creating an uneven cut.
Η λεπίδα της αλυσοπρίονου δόνησε κατά το ξύλο, δημιουργώντας μια άνιση κοπή.
03
τρίζω τα δόντια, κροτώ τα δόντια
to be in a state of nervousness or cold that causes one's teeth to click together repeatedly
Intransitive
Παραδείγματα
Her teeth chattered as she waited outside in the cold.
Τα δόντια της κροτούσαν καθώς περίμενε έξω στο κρύο.
04
κουβεντιάζω, τερλίζω
to emit a rapid succession of short, high-pitched sounds, typically done by birds, monkeys, or machines
Intransitive
Παραδείγματα
The monkeys in the jungle began to chatter as the sun rose.
Οι πίθηκοι στη ζούγκλα άρχισαν να κουβεντιάζουν καθώς ανατέλλει ο ήλιος.
Chatter
01
φλυαρία, κουβεντολόι
noisy talk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
φλυαρία, κελαηδισμός
the high-pitched continuing noise made by animals (birds or monkeys)
03
κροτάλισμα, θόρυβος κροταλίσματος
the rapid series of noises made by the parts of a machine
Λεξικό Δέντρο
chattering
chatter
chat



























