chateau
cha
ˈʃæ
σαι
teau
təʊ
τεου
chapeau
château

Ορισμός και σημασία του "chateau"στα αγγλικά

01

κάστρο

a large country house or mansion, typically of French origin, often associated with luxury, grandeur, and historical significance 
chateau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chateaus
Παραδείγματα
The grand chateau stood atop a hill, overlooking sprawling vineyards and offering breathtaking views of the countryside. 

Το μεγάλο κάστρο στέκονταν στην κορυφή ενός λόφου, με θέα απέραμπτους αμπελώνες και προσφέροντας εντυπωσιακές θέας της ύπαιθρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store