Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chat
01
συζητώ
to send and receive messages on an online platform
Intransitive: to chat | to chat with sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chat
γ΄ ενικό πρόσωπο
chats
ενεστώτα μετοχή
chatting
απλός αόριστος
chatted
παθητική μετοχή
chatted
Παραδείγματα
She enjoys chatting with her friends late into the night.
Απολαμβάνει να συζητά με τους φίλους της μέχρι αργά τη νύχτα.
02
κουβεντιάζω, φλυαρώ
to talk in a brief and friendly way to someone, usually about unimportant things
Intransitive
Παραδείγματα
We decided to grab a cup of coffee and just chat about our weekends.
Αποφασίσαμε να πάρουμε ένα φλιτζάνι καφέ και απλώς να συζητήσουμε για τα σαββατοκύριακά μας.
Chat
01
συζήτηση
the online exchange of messages between people on the Internet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chats
Παραδείγματα
He initiated a private chat to ask a personal question.
Ξεκίνησε μια ιδιωτική συζήτηση για να κάνει μια προσωπική ερώτηση.
02
κουβέντα, συζήτηση
an informal, friendly conversation
03
πετροκλής, ερυθρόλαιμος
a small passerine bird known for its vibrant plumage, melodious songs, and preference for open habitats
04
παιδιά, φίλοι
a group of friends or people, often used when addressing them collectively
αργκό
Παραδείγματα
Chat, do you think he's telling the truth?
Παιδιά, πιστεύετε ότι λέει την αλήθεια;



























