chastisement
chas
ˈʧæs
τσαισ
tise
taɪz
ταιζ
ment
mənt
μαντ
/t‍ʃˈɑːsta‍ɪzmənt/

Ορισμός και σημασία του "chastisement"στα αγγλικά

01

επίπληξη, μαλώματα

verbal punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

τιμωρία, διόρθωση

the act of inflicting physical punishment as a means of discipline or correction
Παραδείγματα
The child 's behavior improved significantly after the family abandoned chastisement for other disciplinary methods.
Η συμπεριφορά του παιδιού βελτιώθηκε σημαντικά αφού η οικογένεια εγκατέλειψε την τιμωρία για άλλες μεθόδους πειθαρχίας.

Λεξικό Δέντρο

chastisement
chastise
chaste
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store