Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to charter
01
ναυλώνω, ενοικιάζω
hold under a lease or rental agreement; of goods and services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
charter
γ΄ ενικό πρόσωπο
charters
ενεστώτα μετοχή
chartering
απλός αόριστος
chartered
παθητική μετοχή
chartered
02
ναυλώνω, μισθώνω
to formally contract or engage services for a specific purpose or period
Παραδείγματα
The company chartered a helicopter to transport executives to the conference.
Η εταιρεία νόμισε ελικόπτερο για τη μεταφορά των στελεχών στη διάσκεψη.
03
χορηγώ χάρτη σε, παραχωρώ χάρτη σε
grant a charter to
Charter
01
χάρτης, καταστατικό
a document incorporating an institution and specifying its rights; includes the articles of incorporation and the certificate of incorporation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
charters
02
ναύλωση, μίσθωση
the renting of a plane, ship, etc.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chartered
charter



























