Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aeronautics
01
αεροναυτική, αεροναυτική επιστήμη
the science and practice of designing, building, and operating aircraft, including airplanes and spacecraft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Aeronautics engineers work to improve fuel efficiency in aircraft engines.
Οι μηχανικοί αεροναυτικής εργάζονται για τη βελτίωση της απόδοσης καυσίμων στους κινητήρες αεροσκαφών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aeronautics
aeronaut



























