Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to charge up
[phrase form: charge]
01
φορτίζω, ενθουσιάζω
to make someone or something lively and excited
Transitive: to charge up an event or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
charge
ενεστώτας
charge up
γ΄ ενικό πρόσωπο
charges up
ενεστώτα μετοχή
charging up
απλός αόριστος
charged up
παθητική μετοχή
charged up
Παραδείγματα
She charged the party up with her energetic dance moves.
Έχει φορτίσει το πάρτι με τις ενεργητικές της χορευτικές κινήσεις.
02
φορτίζω, επαναφορτίζω
to add electricity to a gadget or tool to make it function
Transitive: to charge up a gadget or tool
Παραδείγματα
Make sure to charge up the flashlight before camping.
Βεβαιωθείτε ότι φορτίζετε το φακό πριν από το κάμπινγκ.



























