Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to charge up
01
φορτίζω, ενθουσιάζω
to make someone or something lively and excited
Transitive: to charge up an event or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
charge
ενεστώτας
charge up
γ΄ ενικό πρόσωπο
charges up
ενεστώτα μετοχή
charging up
απλός αόριστος
charged up
παθητική μετοχή
charged up
Παραδείγματα
The unexpected twist charged up the storyline in the movie.
Η απροσδόκητη ανατροπή φόρτισε την πλοκή της ταινίας.
02
φορτίζω, επαναφορτίζω
to add electricity to a gadget or tool to make it function
Transitive: to charge up a gadget or tool
Παραδείγματα
He charged his phone up before leaving the house.
Φόρτισε το τηλέφωνό του πριν φύγει από το σπίτι.



























