Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aerobic exercise
01
αερόβια άσκηση
exercise that increases the need for oxygen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























