Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aerobic
01
αερόβιος, καρδιαγγειακός
(of physical exercise) including activities that increase one's heart rate and oxygen consumption rate
Παραδείγματα
Swimming provides both aerobic and muscle-strengthening benefits.
Η κολύμβηση προσφέρει τόσο αεροβικά οφέλη όσο και ενδυνάμωση των μυών.
02
αερόβιος, χρειάζεται οξυγόνο
needing oxygen or air to function or survive
Παραδείγματα
Aerobic organisms, such as humans and most animals, require oxygen for survival and energy production.
Οι αερόβιοι οργανισμοί, όπως οι άνθρωποι και τα περισσότερα ζώα, χρειάζονται οξυγόνο για την επιβίωση και την παραγωγή ενέργειας.
Λεξικό Δέντρο
aerobic
aerobe



























