chaperon
cha
ˈʃæ
σαι
pe
πα
ron
rəʊn
ρεουν
chanfronchamfronchaldron
chaperone

Ορισμός και σημασία του "chaperon"στα αγγλικά

01

συνοδός, επιτηρητής

someone who accompanies and watches over young people, especially to ensure proper behavior or safety during social events 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
chaperons
αρσενικό ενικό
chaperon
θηλυκό ενικό
chaperone
neutral form
supervisor
Παραδείγματα
The school assigned a chaperon to each group of students during the museum trip. 

Το σχολείο ανέθεσε έναν συνοδό σε κάθε ομάδα μαθητών κατά τη διάρκεια της εκδρομής στο μουσείο.

to chaperon
01

συνοδεύω, επιβλέπω

to accompany or supervise someone, typically to ensure their proper behavior or safety, especially in social situations 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chaperon
γ΄ ενικό πρόσωπο
chaperons
ενεστώτα μετοχή
chaperoning
απλός αόριστος
chaperoned
παθητική μετοχή
chaperoned
Παραδείγματα
He was asked to chaperon the school group during their trip to the museum. 

Του ζητήθηκε να συνοδεύσει τη σχολική ομάδα κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στο μουσείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store