Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chaperon
01
συνοδός, επιτηρητής
someone who accompanies and watches over young people, especially to ensure proper behavior or safety during social events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chaperons
Παραδείγματα
He volunteered to be a chaperon at his daughter's birthday party to help keep things under control.
Εθελοντικά προσφέρθηκε να είναι συνοδός στο πάρτι γενεθλίων της κόρης του για να βοηθήσει να διατηρηθεί ο έλεγχος.
to chaperon
01
συνοδεύω, επιβλέπω
to accompany or supervise someone, typically to ensure their proper behavior or safety, especially in social situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chaperon
γ΄ ενικό πρόσωπο
chaperons
ενεστώτα μετοχή
chaperoning
απλός αόριστος
chaperoned
παθητική μετοχή
chaperoned
Παραδείγματα
I ’ll need to chaperon my little brother to the movie theater since he ’s not allowed to go by himself.
Θα πρέπει να συνοδεύσω τον μικρό μου αδερφό στον κινηματογράφο αφού δεν του επιτρέπεται να πάει μόνος του.



























