Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chap
01
αγόρι, άντρας
a boy or man
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chaps
02
ρήγμα, ρωγμή
a crack in a lip caused usually by cold
03
αυλάκι, χαράκωμα
a long narrow depression in a surface
to chap
01
ραγίζω, σκιστός
to crack, split or become rough, typically due to dryness or exposure to cold weather
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chap
γ΄ ενικό πρόσωπο
chaps
ενεστώτα μετοχή
chapping
απλός αόριστος
chapped
παθητική μετοχή
chapped
Λεξικό Δέντρο
chaplet
chap



























