chap
Pronunciation
/ˈtʃæp/
chapped

Ορισμός και σημασία του "chap"στα αγγλικά

01

αγόρι, άντρας

a boy or man
chap definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chaps
02

ρήγμα, ρωγμή

a crack in a lip caused usually by cold
03

αυλάκι, χαράκωμα

a long narrow depression in a surface
to chap
01

ραγίζω, σκιστός

to crack, split or become rough, typically due to dryness or exposure to cold weather
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chap
γ΄ ενικό πρόσωπο
chaps
ενεστώτα μετοχή
chapping
απλός αόριστος
chapped
παθητική μετοχή
chapped
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store