Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aerial
01
κεραία, εναέριος
an electrical device that sends or receives radio or television signals
Dialect
British
02
αεροπορική πάσα, μακρινή πάσα
a pass to a receiver downfield from the passer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aerials
aerial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Aerial plants, like certain orchids, derive their nutrients from the air around them.
Τα αεροφυτά, όπως ορισμένες ορχιδέες, αντλούν τα θρεπτικά συστατικά τους από τον αέρα γύρω τους.
02
εναέριος, αιθερικός
very light and not solid, like air
Παραδείγματα
The dancer's aerial movements made it seem as though she was floating above the stage.
Οι αιθέριες κινήσεις της χορεύτριας έκαναν να φαίνεται σαν να επιπλέει πάνω από τη σκηνή.
03
αεροπορικός, σχετικός με αεροπλάνο
relating to a plane or other aircraft
Λεξικό Δέντρο
aerialist
aerial



























