champ
champ
ʧæmp
chāmp
crampchumpclampchomp

Ορισμός και σημασία του "champ"στα αγγλικά

01

πρωταθλητής, νικητής

someone who has won first place in a competition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
champs
to champ
01

μασάω θορυβωδώς, μασάω ενεργητικά

to chew energetically or noisily 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
champ
γ΄ ενικό πρόσωπο
champs
ενεστώτα μετοχή
champing
απλός αόριστος
champed
παθητική μετοχή
champed
Παραδείγματα
He started to champ on the crunchy popcorn at the movies. 

Άρχισε να μασάει δυνατά το τραγανό ποπκόρν στο σινεμά.

02

ανησυχώ, σκαλίζω με το πέλμα

chafe at the bit, like horses 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store