chalky
chal
ˈʧɔ:
chaw
ky
ki
ki
chokeychoky

Ορισμός και σημασία του "chalky"στα αγγλικά

01

κιμωλίας, αλευρώδης

having a texture that is dry, powdery, crumbly, and similar to chalk 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chalkiest
συγκριτικός βαθμός
chalkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cookie had a chalky texture due to excess flour in the batter. 

Το μπισκότο είχε μια κιμωλική υφή λόγω της υπερβολικής ποσότητας αλεύριου στο μείγμα.

02

κιμωλίας, άσπρο σαν κιμωλία

of something having the color of chalk 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store