chairwoman
Pronunciation
/ˈtʃɛɹˌwʊmən/

Ορισμός και σημασία του "chairwoman"στα αγγλικά

01

πρόεδρος, πρόεδρος συνεδρίασης

a woman who presides over a meeting or organization, guiding and overseeing its proceedings and discussions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chairwomen
Παραδείγματα
She was elected as chairwoman after demonstrating strong leadership skills.
Εκλέχθηκε πρόεδρος μετά την επίδειξη ισχυρών δεξιοτήτων ηγεσίας.

Λεξικό Δέντρο

chairwoman

chair

+

woman

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store