Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chairman
01
πρόεδρος, πρόεδρος
someone, especially a man, who is appointed to be in charge of meetings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chairmen
Παραδείγματα
As chairman of the committee, he guided the group through a difficult decision.
Ως πρόεδρος της επιτροπής, καθοδήγησε την ομάδα μέσα από μια δύσκολη απόφαση.
02
πρόεδρος, προεδρίνα
someone who is in charge of a company, organization, etc., for the long term
Παραδείγματα
The chairman of the board announced a new strategic direction for the company during the annual shareholders' meeting.
Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ανακοίνωσε μια νέα στρατηγική κατεύθυνση για την εταιρεία κατά τη διάρκεια της ετήσιας συνέλευσης των μετόχων.
to chairman
01
προεδρεύω, διευθύνω
to serve as the chairperson or presiding officer of a committee, department, or organization
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chairman
γ΄ ενικό πρόσωπο
chairmans
ενεστώτα μετοχή
chairmaning
απλός αόριστος
chairmaned
παθητική μετοχή
chairmaned
Παραδείγματα
She will chairman the academic committee this semester.
Θα προεδρεύσει της ακαδημαϊκής επιτροπής αυτό το εξάμηνο.
Λεξικό Δέντρο
chairmanship
chairman



























