chain store
chain
ʧeɪn
τσειν
store
stɔr
στορ
/ʧeɪn stɔː/

Ορισμός και σημασία του "chain store"στα αγγλικά

01

αλυσίδα καταστημάτων, κατάστημα αλυσίδας

one of a series of stores that are all owned by the same company or person
chain store definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chain stores
Παραδείγματα
Working at a chain store provided him with valuable retail experience and customer service skills.
Η εργασία σε ένα κατάστημα αλυσίδας του παρείχε πολύτιμη εμπειρία λιανικής πώλησης και δεξιότητες εξυπηρέτησης πελατών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store