Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chain store
01
αλυσίδα καταστημάτων, κατάστημα αλυσίδας
one of a series of stores that are all owned by the same company or person
Παραδείγματα
Working at a chain store provided him with valuable retail experience and customer service skills.
Η εργασία σε ένα κατάστημα αλυσίδας του παρείχε πολύτιμη εμπειρία λιανικής πώλησης και δεξιότητες εξυπηρέτησης πελατών.



























