chagrined
Pronunciation
/ʃəˈɡɹɪnd/

Ορισμός και σημασία του "chagrined"στα αγγλικά

01

ενοχλημένος, ντρεπόμενος

feeling embarrassed or distressed due to failure or disappointment
chagrined definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chagrined
συγκριτικός βαθμός
more chagrined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chagrined customer struggled with the new software, feeling overwhelmed by the unexpected complexity.
Ο απογοητευμένος πελάτης αγωνίστηκε με το νέο λογισμικό, νιώθοντας συγκλονισμένος από την απροσδόκητη πολυπλοκότητα.

Λεξικό Δέντρο

chagrined
chagrin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store