chagrined
chag
ˈʃæg
shāg
rined
rɪnd
rind
downwindrescindtwinnedskinned

Ορισμός και σημασία του "chagrined"στα αγγλικά

01

ενοχλημένος, ντρεπόμενος

feeling embarrassed or distressed due to failure or disappointment 
chagrined definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chagrined
συγκριτικός βαθμός
more chagrined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After forgetting her lines during the play, the actress couldn't hide her chagrined expression as the audience noticed the stumble. 

Αφού ξέχασε τα λόγια της κατά τη διάρκεια της παράστασης, η ηθοποιός δεν μπορούσε να κρύψει την ενοχλημένη της έκφραση καθώς το κοινό παρατήρησε το λάθος.

Λεξικό Δέντρο

chagrined
chagrin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store