cesspit
cess
ˈsɛs
ses
pit
pɪt
pit
respite

Ορισμός και σημασία του "cesspit"στα αγγλικά

01

βόθρος, σεπτική δεξαμενή

an underground tank used for the temporary storage of sewage or wastewater 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cesspits
Παραδείγματα
The house was built in a rural area, so it relies on a cesspit for waste storage. 

Το σπίτι χτίστηκε σε αγροτική περιοχή, οπότε βασίζεται σε ένα βόθρο για την αποθήκευση απορριμμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store