Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Centrist
01
κεντρώος, μετριοπαθής
a person who holds moderate or balanced political views, avoiding extreme positions on either side of the political spectrum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
centrists
Παραδείγματα
The centrist's proposals were designed to appeal to a broad range of voters without leaning too far left or right.
Οι προτάσεις του κεντρώου σχεδιάστηκαν να ελκύουν ένα ευρύ φάσμα ψηφοφόρων χωρίς να γέρνουν πολύ αριστερά ή δεξιά.
centrist
01
κεντρώος, μετριοπαθής
supporting policies or ideas that are moderate and avoid extremes of left or right
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most centrist
συγκριτικός βαθμός
more centrist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Voters admired the centrist candidate for avoiding extreme positions.
Οι ψηφοφόροι θαύμασαν τον κεντρώο υποψήφιο για την αποφυγή ακραίων θέσεων.
Λεξικό Δέντρο
centrist
centr



























