Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Centralism
01
συγκεντρωτισμός, κεντρικοποίηση
a political system that invests all the power and authority on a single prominent organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Critics argue that centralism undermines regional autonomy and local governance.
Οι κριτικοί υποστηρίζουν ότι ο συγκεντρωτισμός υπονομεύει την περιφερειακή αυτονομία και την τοπική διακυβέρνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
centralism
central
center



























