centralism
cent
ˈsɛnt
sent
ra
li
ˌlɪ
li
sm
zəm
zēm
centrism

Ορισμός και σημασία του "centralism"στα αγγλικά

01

συγκεντρωτισμός, κεντρικοποίηση

a political system that invests all the power and authority on a single prominent organization 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Critics argue that centralism undermines regional autonomy and local governance. 

Οι κριτικοί υποστηρίζουν ότι ο συγκεντρωτισμός υπονομεύει την περιφερειακή αυτονομία και την τοπική διακυβέρνηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

centralism
central
center
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store