Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Center punch
01
κεντρικό τρυπάνι, εργαλείο σημείωσης κέντρου
a striking tool used to create small, controlled indentations or marks on a workpiece to serve as reference points for drilling or other operations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
center punches
to center punch
01
διατρυπώ κέντρο, σημαδεύω με τρυπάνι
make a small hole in something as a guide for a drill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
center punch
γ΄ ενικό πρόσωπο
center punches
ενεστώτα μετοχή
center punching
απλός αόριστος
center punched
παθητική μετοχή
center punched



























