Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Centerline
01
κεντρική γραμμή, κεντρικός άξονας
a line that bisects a plane figure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
centerlines
02
κεντρική γραμμή, κεντρικός άξονας
(combat sports) the imaginary line down the middle of a fighter's body
Παραδείγματα
He struck down the centerline with a jab.
Χτύπησε την κεντρική γραμμή με ένα jab.
Λεξικό Δέντρο
centerline
center
line



























