cellulose
ce
ˈsɛ
se
llu
ljʊ
lyoo
lose
ˌləʊs
lews

Ορισμός και σημασία του "cellulose"στα αγγλικά

01

κυτταρίνη, διαιτητική ίνα

a substance found in the cell walls of plants, providing structure and making up dietary fiber 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Plants utilize cellulose as a structural component in their cell walls. 

Τα φυτά χρησιμοποιούν την κυτταρίνη ως δομικό συστατικό στα τοιχώματα των κυττάρων τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cellulosic
cellulose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store