cellulitis
ce
ˌsɛ
σε
llu
ljʊ
λγου
li
ˈlaɪ
λαι
tis
tɪs
τισ

Ορισμός και σημασία του "cellulitis"στα αγγλικά

01

περιτονίτιδα, βακτηριακή λοίμωξη του δέρματος

a bacterial skin infection causing redness, swelling, and tenderness due to a skin break 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
A cut can lead to cellulitis, causing redness and swelling. 

Μια τομή μπορεί να οδηγήσει σε περιοκυτταρίτιδα, προκαλώντας ερυθρότητα και πρήξιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store