celery
ce
ˈsɛ
se
le
ry
ri
ri
salary

Ορισμός και σημασία του "celery"στα αγγλικά

01

σέλινο

a green vegetable that people eat raw or use in cooking 
celery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
celeries
Παραδείγματα
He dislikes the taste of celery and avoids it in his meals. 

Δεν του αρέσει η γεύση του σέλινου και το αποφεύγει στα γεύματά του.

02

σέλινο

the pale green stalks of a long plant used in cooking 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store