adversity
Pronunciation
/ædˈvɝsɪˌti/, /ədˈvɝsɪti/

Ορισμός και σημασία του "adversity"στα αγγλικά

01

δυσκολία, ατυχία

a situation marked by hardship or misfortune
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Experiencing adversity can sometimes teach important life lessons and foster growth.
Η εμπειρία της δυσκολίας μπορεί μερικές φορές να διδάξει σημαντικά μαθήματα ζωής και να ευνοήσει την ανάπτυξη.
02

δυσκολία, ατυχία

an unfortunate event or circumstance
Παραδείγματα
The sudden flood was an adversity that took the village by surprise.
Το ξαφνικό πλημμύρισμα ήταν μια δυσκολία που πήρε το χωριό με έκπληξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store