Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adversely
01
αρνητικά, δυσμενώς
in a way that has a negative or harmful effect
Παραδείγματα
Not following traffic rules can adversely affect road safety.
Η μη τήρηση των κανόνων κυκλοφορίας μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την ασφάλεια του δρόμου.



























