Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adventitious
01
τυχαίος, εξωτερικός
coming from an external source
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adventitious
συγκριτικός βαθμός
more adventitious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His success was the result of adventitious circumstances rather than his own efforts.
Η επιτυχία του ήταν το αποτέλεσμα τυχαίων περιστάσεων παρά των δικών του προσπαθειών.



























